Η Αθήνα άδεια έχει άλλη ομορφιά. Φέτος αποφάσισα να ζήσω σαν τουρίστρια στην πόλη μου.
Βγήκα να περπατήσω στην Πλάκα. Μου αρέσει πολύ να περπατάω και έχω περπατήσει πολλές φορές στην Πλάκα, αλλά αυτή τη φορά ήταν αλλιώς. Δεν είχα αποφασίσει από που θα πάω, πήγαινα όπως μου έβγαινε. Παρατήρησα πως όλες τις προηγούμενες φορές περνούσα από σημεία που επειδή “ήξερα” τι θα δω έχανα την ομορφιά τους, γιατί “ήξερα”, “ήταν εκεί και την προηγούμενη φορά”, “το’χω ξαναδεί”.
Και όμως, αυτή τη φορά παρατήρησα πως οι γειτονιές είναι πιο ήσυχες. Είχαν ανάψει τα φώτα στα σπίτια και στα μαγαζιά, ζευγάρια περπατούσαν ανέμελα, χέρι-χέρι στα δρομάκια, οι βουκαμβίλιες φουντωτές και περήφανα ψηλές, γέμιζαν τις αυλές με χρώμα, η μυρωδιά από το γιασεμί ήταν πιο έντονη. Είδα και ένα νεαρό ζευγάρι, μάλλον από τα πρώτα ραντεβού, και ήταν τόσο όμορφο, το παιχνίδι μεταξύ τους, τα πειράγματα, τα γέλια, τα μάτια τους που άστραφταν, τα δειλά αγγίγματα, ξέρεις γιατί ακόμα δεν ξέρεις. Έφτιαξα και διαλόγους με τις σκέψεις τους “είναι τόσο όμορφη, τόσο χαριτωμένη”, “να τη φιλήσω; θα θέλει;”, “τι γλυκός και ευγενικός που είναι, με κάνει να γελάω”, “μακάρι να με φιλήσει σήμερα”. Φυσικά χαμογελούσα μόνη μου. Η αγαπημένη και πιο συγκινητική μου εικόνα ήρθε λίγο πιο κάτω.. Ήταν ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, καθισμένοι σε ένα παγκάκι δίπλα δίπλα, η γυναίκα είχε γείρει το κεφάλι της στον ώμο του και εκείνος της κρατούσε το χέρι και χαμογελούσαν. Έμοιαζαν να ήξεραν ότι ήταν εκεί που ανήκουν, δεν θα ήθελαν να είναι κάπου αλλού. Να σου πω την αλήθεια δάκρυσα και ασυναίσθητα ευχήθηκα όταν φτάσω στην ηλικία τους να είμαι μέσα σε μια αγκαλιά που θα με κάνει να χαμογελάω τόσο πολύ.
Θες να σου πω και κάτι παράδοξο; Την επόμενη μέρα, πήρα να φάω ένα παγωτό, το αγαπημένο μου παγωτό. Γεύση; Αμύγδαλο-Κάστανο! Ακόμα και το παγωτό ήταν πιο νόστιμο! Μην με ρωτήσεις πως γίνεται αυτό, αλλά γίνεται! Η γεύση του κρατούσε περισσότερο και την ένιωθα με όλο μου το είναι. Πρώτη φορά ένιωθα και τις δύο γεύσεις τόσο ξεκάθαρα. Ήταν ακόμα και πιο δροσερό. Κάθε μπουκιά που έλιωνε στο στόμα έφερνε και μια εικόνα, έναν ήχο, μια στιγμή. Σαν να έπαιζε ταινία στο μυαλό μου.
Και μιας και είπα ταινία, θυμήθηκα την ημέρα που πήγα στον θερινό. Στο βάθος πίσω από την οθόνη φαινόταν φωτισμένη η Ακρόπολη. Ήταν τόσο μαγευτικά και παρ’ όλο που ήταν σχεδόν άδειος, είχε περισσότερο θόρυβο από ποτέ. Ο θόρυβος βέβαια ήταν διαφορετικός, αυτή τη φορά ακούγονταν η Αθήνα. Τα τριζόνια, τα τζιτζίκια, ο ήχος από το ποπ κορν που σκάει, μια απαλή μουσική από τα ηχεία, ακόμα και τον αέρα άκουγες που έκανε τα φύλλα να θροΐζουν.
Και για μια στιγμή, η ταινία έγινε φόντο για μια πόλη και όχι το αντίθετο.

