Πήγα με τη μητέρα μου στη λαϊκή σήμερα το πρωί. Είχα πάρα πολλά χρόνια να πάω. Από παιδί για την ακρίβεια. Και κάτι ήταν διαφορετικό. Δεν ξέρω τι, αλλά είχε άλλη δυναμική. Το να περπατάς ανάμεσα από τους πάγκους, να βλέπεις διαφορετικά προϊόντα από διαφορετικούς ανθρώπους, ή και τα ίδια αλλά από άλλον παραγωγό. Ήταν πολύ όμορφο. Έβλεπα ανθρώπους ηλικιωμένους να στέκονται στους πάγκους και να διαλέγουν φρούτα ή λαχανικά. Είχαν στο βλέμμα τη βεβαιότητα που ξέρουν τι πρέπει να δουν για να επιλέξουν το καλύτερο, ήξεραν τι πρέπει να ρωτήσουν για να καταλάβουν κάτι παραπάνω από αυτό που φαίνεται. Άκουγα πως συζητούσαν με τους παραγωγούς, την οικειότητα μετά από τόσο καιρό που γνωρίζονται, τα αστεία, τα πειράγματα. Κάποιος μια στιγμή είδε έναν κύριο από μακρυά που ερχόταν (τον γνώριζε) και του έκανε ένα αστείο για το ροζ του το πουκάμισο και ο κύριος αμέσως χαμογέλασε και στο συνέχισε. Λίγο παρακάτω ήταν μια ηλικιωμένη κυρία και σε έναν πάγκο και της είπε ο άνθρωπος που ήταν εκεί “τι θέλει σήμερα το κορίτσι μου” και αμέσως φώτισε το πρόσωπό της! Όσο περπατούσαμε άκουγα και τα σχόλια για τις τιμές που καταλάβαινες ότι θα ξεκινήσει ένα παζάρι για το τελικό ποσό! Λίγο παρακάτω ένας κύριος με σταμάτησε για να μου δώσει ένα βερίκοκο να δοκιμάσω. Στην αρχή ντράπηκα και δεν ήθελα να το πάρω, αλλά επέμενε και το πήρα. Αμέσως το μύρισα και μύριζε τόσο ωραία. Ήταν και πολύ ζουμερό. Όταν σταματήσαμε να πάρουμε ροδάκινα, η μητέρα μου είπε στον παραγωγό πως η μητέρα της ήταν από εκεί που ήταν και τα ροδάκινα και έπιασαν κουβέντα για τα μέρη εκείνα. Κάποια στιγμή είπε πως η μητέρα της δεν ζει πια και με έπιασε ένας κόμπος στο στομάχι. Δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ήταν να μην έχω τη μητέρα μου και ένιωσα τόση ευγνωμοσύνη που μπορούσα να είμαι εκεί μαζί της να περπατάμε και να διαλέγουμε φρούτα. Τις σκέψεις μου αυτές διέκοψε ο κύριος, ο οποίος διάλεξε ο ίδιος και μερικά πορτοκάλια και μας τα έδωσε να τα δοκιμάσουμε.
Στην αρχή περπατούσαμε πάνω κάτω και είχα ξεχάσει ότι ήθελα να πάρω και πράγματα. Παρατηρούσα τους ανθρώπους, άκουγα αυτά που έλεγαν, έπαιρνα μυρωδιές.. Άκουγα τις σακούλες που άνοιγαν για να βάλουν μέσα τα φρούτα, τον ήχο από τις ζυγαριές, τις ρόδες από τα καροτσάκια που έσερναν, τον ήχο από το νερό που έβρεχαν τα λαχανικά και τα ψάρια. Χρώματα ανακατεμένα από τα προϊόντα που ήταν αραδιασμένα στους ξύλινους πάγκους και τα ταμπελάκια με τις τιμές γραμμένες με μαρκαδόρο, τα οποία σε κάποια φρούτα έγραφαν “για μωρό” για να τονίσουν το πόσο αγνά και γευστικά είναι. Έβλεπα τους ανθρώπους να είναι χαρούμενοι, έτοιμοι να πιάσουν κουβέντα. Ήταν σαν να περίμεναν όλη την εβδομάδα για αυτή την ημέρα, ήξεραν ότι θα δουν κάποιον γνωστό, θα κάνουν το καλαμπούρι τους. Οι ηλικιωμένοι ένιωθα πως ήταν σαν να ξανανιώνουν. Και οι παραγωγοί μπορεί να ήταν κουρασμένοι από τη φροντίδα, τη συγκομιδή και τη διαδρομή που είχαν να κάνουν για να είναι εκεί, αλλά ήταν τόσο χαμογελαστοί και έτοιμοι να σε βοηθήσουν να διαλέξεις το καλύτερο για σένα, να πουν μια καλή κουβέντα, να κάνουν το αστείο τους.
Όταν γύρισα σπίτι θυμήθηκα που πηγαίναμε με τους γονείς μου στη λαϊκή. Και μέσα στη νοσταλγία συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικά έβλεπα κάποια πράγματα τότε! Τότε ένιωθα πως όλα ήταν τεράστια, οι πάγκοι πολύ ψηλοί και μεγάλοι, η διαδρομή ατελείωτη, οι άνθρωποι επειδή φώναζαν δυνατά και έντονα για να προσελκύσουν κόσμο με φόβιζαν, δεν καταλάβαινα γιατί μπορεί όλοι να σου μιλάνε και ας μην σε γνωρίζουν.. Μου πήρε λίγο καιρό να νιώσω οικεία εκεί. Τώρα όμως ήταν σαν να το έπιανα από εκεί που το είχα αφήσει , τώρα ήμουν εγώ εκείνη που έπιανα από το χέρι το παιδί και του έδειχνα όλα όσα μπορούσε να δει, να μυρίσει, να ακούσει σε μια λαϊκή. Σκέφτηκα τα μύρτιλλα που πήρα για να φτιάξουμε μαζί μαρμελάδα.. Και ξαφνικά ένιωσα τόσο γεμάτη.

