Τον Αύγουστο πήγα στη Βαρκελώνη. Όταν σκέφτομαι όμως το ταξίδι, δεν μου έρχονται μέρη και αξιοθέατα, μου έρχονται συναισθήματα. Την πρώτη μέρα ήμουν κάπως απογοητευμένη από το μέρος (καθώς είχα άλλες προσδοκίες), αλλά δεν με πείραζε γιατί η παρέα ήταν υπέροχη οπότε σίγουρα θα περνούσα υπέροχα και αυτό μου ήταν αρκετό. Οι επόμενες μέρες άλλαξαν το τοπίο. Περπατούσαμε πάρα πολλές ώρες και εγώ χάζευα τα υπέροχα κτίρια που είχαν συντηρήσει. Μεγάλα, επιβλητικά, με υπέροχες λεπτομέρειες σε κολώνες, εκεί ένιωσα πάλι (όπως στην Αθήνα) πόσο μου έχει λείψει η εποχή που ακόμα και οι πόρτες είχαν ψυχή, οι μορφές ήταν λες και σου μιλούσαν, σε κοιτούσαν, ήθελαν να σου πουν την ιστορία τους, ένιωθες πως αν καθόσουν λίγο παραπάνω θα άρχιζαν να σου εξιστορούν γεγονότα από όλα αυτά τα χρόνια που ζουν. Και να σου πω την αλήθεια..πολύ θα ήθελα να τα ακούσω.
Και μιας και είπα για ιστορίες, δεν θα μπορούσα να μην πάω σε ένα βιβλιοπωλείο (έστω σε ένα από αυτά που είχα δει και ήθελα να μπω). Έτσι λοιπόν μια από τις επόμενες ημέρες που γυρίσαμε για να ξεκουραστούμε εγώ πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο που είχε εκεί κοντά και κάθισα πάνω από μια ώρα να χαζεύω, να αγγίζω και να μυρίζω βιβλία. Και πίστεψέ με είχα πολλά να δω, η ώρα δεν μου έφτανε. Παλιά comics (Mafalda, Asterix, Snoopy), τόμοι για τον Dali, Miró, μέχρι βινύλια, θεατρικά, ειδικές εκδόσεις. Ό,τι μπορείς να φανταστείς και κάτι παραπάνω. Με έπιασε μια νοσταλγία είναι η αλήθεια, για τα παιδικά μου χρόνια και πόσο διαφορετικά ήταν τότε κάποια πράγματα. Αυτό που μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση ήταν στο παιδικό τμήμα, όπου είχαν μια ολόκληρη γωνιά με ελληνική μυθολογία και ιστορίες! Ήταν πολύ τιμητικό. Φεύγοντας φυσικά πήρα αρκετά βιβλία, όχι όμως όσα θα ήθελα πραγματικά, αλλά αυτό δεν είναι με τίποτα εφικτό έτσι και αλλιώς, μιας και ποτέ δεν μου είναι αρκετά όσα και να πάρω.
Η Χιρόνα (Girona) ήταν μια παραμυθένια πινελιά σε όλο αυτό το ταξίδι που έμεινε στην καρδιά μου. Περνώντας το ποτάμι και φτάνοντας στην Παλιά Πόλη ήταν σαν να έμπαινες σε μια άλλη εποχή. Στενά σοκάκια, η παλιά η πέτρα, χρώμα, ψυχή σε κάθε εκατοστό της. Μικροί τοπικοί φούρνοι που η μυρωδιές τους σε οδηγούσαν από μακριά, μαγαζάκια με ξύλινα και τοπικά προϊόντα, στοές που μοσχοβολούσαν φαγητό. Τα παιδιά έφαγαν xiuxos και ένα γλειφιτζούρι που τρώγαμε παλιά, εκείνα τα κόκκινα που τα πωλούσαν μαζί με μαλλί της γριάς στα λούνα παρκ. Ένα συνονθύλευμα από αναμνήσεις, εικόνες και συναισθήματα με κατέκλυζαν και για μια στιγμή βούρκωσα. Πέρα από όλα αυτά που μου δημιουργούσαν αυτά τα συναισθήματα, ήταν πολύ έντονο το γεγονός πως όλες αυτές οι αναμνήσεις είχαν εμένα μέσα αλλά οι εικόνες εκείνης της στιγμής είχαν το γιό μου να τα ζει και ένιωσα πως θέλω τόσα πολλά να του δείξω ακόμα.
Φεύγοντας για να πάμε στο τρένο να γυρίσουμε στη Βαρκελώνη από ένα στενάκι που περνούσαμε ακούγονταν ομιλίες και γέλια και μου ήρθε μια εικόνα από Ελλάδα και συγκεκριμένα Κεφαλλονιά. Ήταν η εικόνα από ένα μεγάλο τραπέζι όπου είναι μαζεμένοι φίλοι και οικογένειες τρώνε, πίνουν κρασί, γελάνε, μιλάνε και διασκεδάζουν όλοι μαζί. Μου ήρθαν περιγραφές της μητέρας μου που μου έλεγε πως μαζευόταν όλο το χωριό και κάθονταν και έτρωγαν όλοι μαζί, ο καθένας έφερνε και από κάτι και ήταν κάθε μέρα σαν να είναι γιορτή. Και τότε κοίταξα και είδα την εικόνα στο μυαλό μου να ζωντανεύει μπροστά μου. Ήταν η δική τους “γιορτή” αλλά ταυτόχρονα ήταν και η δική μου “γιορτή” που συναντιόντουσαν για να κλείσουν αυτό το παραμυθένιο ταξίδι.
Υπάρχει άλλη μια στιγμή, που την κράτησα για το τέλος γιατί άφησε ανοιχτές πόρτες μέσα μου. Το δεύτερο πρωί, κατεβαίνοντας για πρωινό, είδα έναν χώρο με βιβλιοθήκη! Φυσικά και πήγα να δω. Είχε ράφια με παλιούς τόμους από εγκυκλοπαίδειες, καφέ, δερματόδετες. Μαγεία. Αποφάσισα να ανοίξω έναν τυχαία να δω πως είναι γραμμένο μέσα και φυσικά να μυρίσω το χαρτί. Έτσι όπως τον άνοιξα παρατήρησα πως κάπου λίγο πιο κάτω από τη μέση είχε κάτι φύλλα χαρτιού διπλωμένα. Πήγα σε εκείνη τη σελίδα και τα άνοιξα. Ήταν δύο ζωγραφιές η μια από το 1973 και η άλλη από το 1964! Η μια ήταν μια πιο παιδική ζωγραφιά με δέντρα, έναν ελέφαντα, ένα σπίτι, ένα φίδι, ουρανό και χορτάρι και επάνω είχε τις τρύπες που κάναμε παλιά για να βάλουμε το χαρτί σε κάποιο ντοσιέ. Από πίσω έγραφε : “Carmen Rossello 7 años año 1964”. Το άλλο ήταν ένα σκυλάκι ζωγραφισμένο σε εκείνα τα χαρτιά που είχαμε στο δημοτικό για την αριθμητική με τα τετραγωνάκια και έγραφε “Para papas Carmen Rossello 1973”. Δεν ξέρω γιατί αλλά συγκινήθηκα πάρα πολύ. Πάντα μου άρεσε να “ανακαλύπτω” κάτι παλιό, κάτι που άφηνε κάποιος από παλιά και το βρίσκεις μετά από χρόνια. Ήθελα να ψάξω να βρω την κοπέλα εκείνη, να μου έλεγε την ιστορία της. Θα μπορούσε να είναι ιστορία για ένα επόμενο βιβλίο μου, σκέφτηκα. Βέβαια δεν ήμουν μόνη οπότε θα ήταν ανέφικτο να το κάνω αυτό και κάπως στεναχωρήθηκα. Δίπλωσα ξανά τις ζωγραφιές και τις έβαλα εκεί που τις είχε βάλει. Όλη την υπόλοιπη ημέρα έτρεχαν στο μυαλό μου ερωτήσεις, “Ποια είναι; Που να είναι σήμερα; Γιατί τις άφησε εκεί; Ο πατέρας της τις είδε ποτέ; και άλλες πολλές”. Ίσως την επόμενη φορά ή ίσως να βρω άλλο τρόπο. Δεν ξέρω, δεν είναι κάτι που έχει φύγει από το μυαλό μου.

